Ο Πέτρος κι ο Ιάκωβος, στην Καπερναούμ, είχαν σηκωθεί κι αυτοί χαράματα και τραβούσαν μαζί το παραγάδι. Φάνηκαν κιόλα μέσα στο δίχτυ να σπαρταρούν τα ψάρια και να στραφταλίζουν στον ήλιο. 

Άλλη φορά θ' αγάλλουνταν οι δυο ψαράδες να νιώθουν τόσο βαρύ το παραγάδι τους. Μα σήμερα είχαν μακριά πολύ κι οι δυο το νου τους και δε μιλούσαν. 

Δε μιλούσαν, μα μέσα τους είχαν στήσει κι οι δυο καβγά, πότε με τη μοίρα που τους κρατούσε δεμένους, πάππου προσπάππου, στη λίμνη ετούτη, πότε με το μυαλό τους που μετράει, ξαναμετράει και δεν αφήνει την καρδιά τους να πετάξει. "Ζωή ΄ναι ετούτη που κάνουμε", φώναζαν μέσα τους, "να ρίχνουμε δίχτυα, να πιάνουμε ψάρια, να τρώμε, να κοιμούμαστε, να ξημερώνει καινούρια μέρα ο Θεός και να ξαναρχίζουμε το ίδιο μεροδούλι μεροφάι, ολημερίς, ολοχρονίς, ολοζωής; Ως πότε; Ως πότε; Έτσι το λοιπόν θα πεθάνουμε;" 

Ποτέ τους ως τώρα δεν το ΄χαν συλλογιστεί, ήσυχη η καρδιά τους ακολουθούσε αγόγγυστα τον παμπάλαιο δρόμο, έτσι έζησαν οι γονέοι, έτσι έζησαν οι παππούδες, χιλιάδες χρόνια γύρα από την ίδια λίμνη ετούτη, παλεύοντας με τα ψάρια. Και μια μέρα σταύρωναν τα ξυλιασμένα χέρια και πέθαιναν. Κι έρχουνταν τα παιδιά και τ' αγγόνια κι έπαιρναν την ίδια στράτα, αγόγγυστα... 

Και τούτοι οι δυο, ο Πέτρος κι ο Ιάκωβος, καλά περνούσαν ως τώρα, παράπονο δεν είχαν. Μα τώρα τελευταία, ξαφνικά, ο κόσμος στένεψε, πλαντούσαν. Κοίταζαν μακριά, πέρα από τη λίμνη. Που; Κατά που; Κι οι ίδιοι δεν ήξεραν Πλαντούσαν. 

Ο τελευταίος πειρασμός - Νίκος Καζαντζάκης

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη